Translation of "adil" into Greek

αμεροληψία, αντικειμενικότητα, δίκαιος are the top translations of "adil" into Greek.

adil adjective
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • αμεροληψία

    noun

    Dia akan menghakimi orang kecil dengan adil, dan memberi teguran dengan lurus hati. —Yes.

    Θα κρίνει τους ασήμαντους με αμεροληψία, και με ευθύτητα θα παρέχει έλεγχο. —Ησ.

  • αντικειμενικότητα

    noun

    Tidak memihak atau pilih kasih; adil.

    Απουσία προκατάληψης ή μεροληψίας· αντικειμενικότητα.

  • δίκαιος

    adjective masculine

    Allah kita yang adil dan pengasih tidak akan selamanya mentoleransi hal ini.

    Ο δίκαιος και στοργικός Θεός μας δεν θα το ανέχεται αυτό επ’ άπειρον.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "adil" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "adil" with translations into Greek

  • Δίκαιο εμπόριο
  • αμεροληψία · αντικειμενικότητα · απονομή δικαιοσύνης · δίκαιο · δικαιοσύνη · εντιμότητα · ορθότητα · τιμιότητα
  • Δικαιοσύνη
  • αγωγή · απονομή δικαιοσύνης · απόφαση · βούλευμα · δίκη · διαιτησία · δικαστήριο · δικαστικό σύστημα · διορατικότητα · κρίση · κριτής · μήνυση · νομικός · οξυδέρκεια
  • κοινωνική δικαιοσύνη
  • Αγνείας πείρα
  • Στρατοδικείο
  • Δικαστήριο
Add

Translations of "adil" into Greek in sentences, translation memory