Translation of "bercakap" into Greek

γράφω, διαπληκτίζομαι, επιβάλλομαι are the top translations of "bercakap" into Greek.

bercakap
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • γράφω

    verb
  • διαπληκτίζομαι

    verb
  • επιβάλλομαι

    verb
  • Less frequent translations

    • καυγαδίζω
    • καυχιέμαι
    • κοκορεύομαι
    • κομπάζω
    • κορδώνομαι
    • κουβέντα
    • κουβεντιάζω
    • κουτσομπολεύω
    • λέγω
    • λέω
    • λογομαχώ
    • λογοφέρνω
    • μιλάω
    • μιλώ
    • προφέρω
    • συζητώ
    • συνδιαλέγομαι
    • συνομιλώ
    • υπερηφανεύομαι
    • φιλονικώ
    • φλυαρώ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "bercakap" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "bercakap" with translations into Greek

  • συζήτηση
  • απευθύνομαι · αποτείνομαι · δίνω διάλεξη · κουβεντιάζω · κουτσομπολεύω · μιλάω · μιλώ · μιλώ γρήγορα · μωρολογώ · σαχλαμαρίζω · συνδιαλέγομαι · συνομιλώ · φλυαρώ
  • απευθύνομαι · αποτείνομαι
  • δίνω διάλεξη · καθιστώ · μιλάω · μιλώ · ομορφαίνω · συζητώ
  • δεξιότητα
  • Συνομιλία · γλώσσα · διάλογος · κουβέντα · λόγος · ομιλία · συζήτηση · συνομιλία · τρόπος
  • επιβάλλομαι · θέμα · λέω · μιλώ · φήμη
Add

Translations of "bercakap" into Greek in sentences, translation memory