Translation of "gagal" into Greek

αμελώ, αναποτελεσματικός, ανατρέπω are the top translations of "gagal" into Greek.

gagal
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • αμελώ

    verb
  • αναποτελεσματικός

    adjective
  • ανατρέπω

    verb

    Allah menggagalkan kegiatan orang-orang yang akan membangun menara itu.

    Ο Θεός ανέτρεψε τα σχέδια των επίδοξων οικοδόμων εκείνου του πύργου.

  • Less frequent translations

    • αποτυγχάνω
    • αποτυχία
    • ατελέσφορος
    • καταρρέω
    • ματαιώνω
    • παραδίνομαι
    • παραμελώ
    • παταγώδης αποτυχία
    • χάνω
    • χαλώ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "gagal" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "gagal" with translations into Greek

  • Πτώχευση κράτους
  • Αποτυχημένα κράτη
  • ανατρέπω · αποτυγχάνω · διακόπτω · διαλύω · εμποδίζω · καθαρίζω · ματαιώνω · παρακωλύω · σταματώ · τερματίζω πρόωρα
  • σφάλμα υλικού
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια
  • ήττα · αδυναμία · ανακατεύθυνση · αποβολή · αποτυχία · βλάβη · κραχ · μηχανική βλάβη · παταγώδης αποτυχία
  • καρδιακή ανακοπή
Add

Translations of "gagal" into Greek in sentences, translation memory