Translation of "guna" into Greek

αξιοποιώ, επωφελούμαι, κερδίζω are the top translations of "guna" into Greek.

guna noun
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • αξιοποιώ

    verb

    Kami bertekad untuk memanfaatkan peluang baru ini guna melayani di daerah belum pernah dikerjakan.

    Ήμασταν αποφασισμένοι να αξιοποιήσουμε αυτή την καινούρια ευκαιρία που μας δινόταν να υπηρετήσουμε σε ανέπαφο τομέα.

  • επωφελούμαι

    verb

    Semakin banyak pasien yang menggunakan terapi alternatif sambil juga menggunakan bentuk perawatan konvensional.

    Ολοένα και περισσότεροι ασθενείς καταφεύγουν σε εναλλακτικές θεραπείες, ενώ επωφελούνται ταυτόχρονα και από πιο συμβατικές μεθόδους περίθαλψης.

  • κερδίζω

    verb

    Tidak ada gunanya lari dari situasi yang tidak kita sukai.

    Δεν μπορούμε να κερδίσουμε τίποτα με το να το βάζουμε στα πόδια όταν οι καταστάσεις δεν μας αρέσουν.

  • Less frequent translations

    • λειτουργία
    • χρησιμοποιώ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "guna" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "guna" with translations into Greek

  • Γραφικό Περιβάλλον Χρήστη
  • δικαιώματα χρήστη
  • αναλώνω · αξιοποιώ · δαπανώ · εκμεταλλεύομαι · επιδίδομαι · καταναλίσκω · καταναλώνω · χρησιμοποιώ
  • τηλεφωνικό περιβάλλον εργασίας
  • κύριος τομέας χρήστη
  • πολιτική αποδεκτής χρήσης
  • αναλίσκω · αναλώνω · αξιοποιώ · ασκώ · δαπανώ · εκμεταλλεύομαι · εξαντλώ · επαλείφω · επιδίδομαι · επιθέτω · επιχρίω · εφαρμόζω · ισχύω · καταναλίσκω · καταναλώνω · κρατώ · μειώνω · μετέρχομαι · μεταχειρίζομαι · σημαδεύω · σκοπεύω · υποβάλλω αίτηση · χειρίζομαι · χρησιμοποιώ
  • τοπικές ρυθμίσεις χρήστη
Add

Translations of "guna" into Greek in sentences, translation memory