Translation of "henti" into Greek

παύω, σταματώ, ανάπαυλα are the top translations of "henti" into Greek.

henti verb
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • παύω

    verb

    Kurasa kau begitu bodoh Hingga alatnya berhenti berfungsi.

    Mάλλov σ'έχει για τελείως χαζό, γι'αυτό έπαψε vα δoυλεύει.

  • σταματώ

    verb

    Agensi sedang pertimbangkan menghentikan pendanaan kita karena kalian berdua.

    Η Υπηρεσία σκέφτεται εξαιτίας σας να σταματήσει την χρηματοδότηση.

  • ανάπαυλα

    noun

    Sejak itu, kekurangan makanan terus berlangsung tanpa hentinya.

    Από τότε, οι ελλείψεις τροφίμων συνεχίζουν χωρίς ανάπαυλα.

  • Less frequent translations

    • ανάπαυση
    • διάλειμμα
    • διακοπή
    • διακόπτω
    • εμποδίζω
    • παύση
    • στάση
    • σταμάτημα
    • τελειώνω
    • φράξιμο
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "henti" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "henti" with translations into Greek

  • απεργία · αργοπορία · καθυστέρηση · στάση · τέλος · χρονοτριβή
  • αγνοώ · αδειάζω · αθωώνω · αμελώ · απαλλάσσω · αποβιβάζω · απολύω · αποπέμπω · αφήνω · εκβάλλω · εκκενώνω · εκπυρσοκροτώ · καίω · παραβλέπω · παρακινώ · προκαλώ · πυροδοτώ
  • διακοπή · ενδιάμεση στάση · ενδιάμεσος σταθμός · παύση · στάση · σταθμός · σταθμός μεταφορών · σταμάτημα · τερματικός σταθμός · φράξιμο
  • διακοπή · παύση · σταμάτημα
  • ενδιάμεση στάση · ενδιάμεσος σταθμός
  • αλλαγή γραμμής
  • ανατρέπω · διακόπτω · διαλύω · εμποδίζω · καταστρέφω · ματαιώνω · παρακωλύω · παύω · σπάζω · σπάω · σταματάω · σταματώ · τελειώνω · τερματίζω πρόωρα · χωρίζω
  • αγνοώ · αδειάζω · αθωώνω · αμελώ · απαλλάσσω · αποβιβάζω · απολύω · αποπέμπω · αφήνω · διακόπτω · εκβάλλω · εκκενώνω · εκπυρσοκροτώ · εμποδίζω · καίω · παραβλέπω · παραιτούμαι · παρακινώ · παύω · προκαλώ · πυροδοτώ · σταματώ
Add

Translations of "henti" into Greek in sentences, translation memory