Translation of "menarik" into Greek

έλκω, ενδιαφέρων, ελκυστικός are the top translations of "menarik" into Greek.

menarik adjective
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • έλκω

    verb

    Maksudku, aku tampaknya akan menarik orang-orang gila.

    Εννοώ, οτι έλκω τους πιό τρελούς ανθρώπους.

  • ενδιαφέρων

    adjective

    Kantor cabang, atau Betel, mempunyai suatu sejarah yang menarik.

    Το γραφείο τμήματος, δηλαδή το Μπέθελ, έχει ενδιαφέρουσα ιστορία.

  • ελκυστικός

    adjective masculine

    Mungkin aku tidak menarik lagi karena keadaanku sekarang?

    Ίσως είμαι λιγότερο ελκυστικός υπό τις παρούσες συνθήκες.

  • Less frequent translations

    • αδειάζω
    • ανάβω
    • αναπαριστάνω
    • αναπνέω
    • ανασαίνω
    • απαγκιστρώνω
    • απασχολώ
    • απεικονίζω
    • αποδίδω
    • αποδεσμεύω
    • απομακρύνω
    • απορροφώ
    • αποσπώ
    • αποστάζω
    • αποσύρω
    • βγάζω
    • γοητεύω
    • δελεάζω
    • διαπερνώ
    • διαπράττω
    • εικονίζω
    • εισπνέω
    • εκμαιεύω
    • ελκύω
    • ενδιαφέρω
    • ενδιαφέρων-ουσα-ον
    • εξάγω
    • εξεντερώνω
    • επιμηκύνω
    • ζωγραφίζω
    • θέλγω
    • ισοφαρίζω
    • ιχνογραφώ
    • κάνω
    • καλαίσθητος
    • καλόγουστος
    • καρπώνομαι
    • μαγεύω
    • νοιάζω
    • ξεκοιλιάζω
    • παρατείνω
    • παρατεντώνω
    • παρατραβάω
    • περιγράφω
    • περνώ
    • πλανεύω
    • προσελκύω
    • σέρνω
    • σαγηνεύω
    • σκιτσάρω
    • συγκεντρώνω
    • συναθροίζω
    • σχεδιάζω
    • σύρω
    • τραβάω χαρτί
    • τραβώ
    • τραβώ χαρτί
    • υποχωρώ
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "menarik" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "menarik" with translations into Greek

  • πεθαίνω · ψοφάω
  • αποσύρω
  • υποχωρώ
  • ανακαλώ · απαγκιστρώνω · αποδεσμεύομαι · αποδεσμεύω · απομακρύνω · αποσύρομαι · αποσύρω · αποτραβιέμαι · εγκαταλείπω · ξελέω · παίρνω πίσω · παραιτούμαι · υποχωρώ
  • αναπνέω · ανασαίνω · εισπνέω
  • άγω · ακούω · ανακαλύπτω · αναπτερώνω · αντιλαμβάνομαι · αποδέχομαι · απομακρύνω · γίνομαι μέλος · γίνομαι συνδρομητής · δέχομαι · διαλέγω · διατείνομαι · εγκαρδιώνω · εκλαμβάνω · εμψυχώνω · ενημερώνομαι · ενθαρρύνω · ενοικιάζω · επιδέχομαι · ισχυρίζομαι · καταλαβαίνω · καταναλώνω · κινηματογραφώ · κουβαλώ · μαθαίνω · μισθώνω · νοικιάζω · οδηγώ · παίρνω · παίρνω είδηση · περιέχω · πιάνω · πληροφορούμαι · προϋποθέτω · σημαδεύω · σκοπεύω · σπουδάζω · στοιχίζω · συλλαμβάνω · τσακώνω · τσιμπώ · φοιτώ · χρειάζομαι
  • γοητεύω · ελκυστικός · ενδιαφέρω · εντυπώνω · μαγεύω · νοιάζω · παρασύρω · προσελκύω
  • πετώ
Add

Translations of "menarik" into Greek in sentences, translation memory