Translation of "mendapatkan" into Greek

εξασφαλίζω, άγω, άρχομαι are the top translations of "mendapatkan" into Greek.

mendapatkan
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • εξασφαλίζω

    verb

    Jadi, ia bertindak untuk memastikan bahwa Yakub mendapatkan berkat yang memang sudah menjadi haknya.

    Έτσι λοιπόν, με τις ενέργειές της φροντίζει να εξασφαλίσει ο Ιακώβ την ευλογία που δικαιωματικά του ανήκει.

  • άγω

    verb
  • άρχομαι

    verb
  • Less frequent translations

    • έχω
    • ανακαλύπτω
    • αναλαμβάνω
    • ανευρίσκω
    • ανοίγω
    • αποκτώ
    • αποφαίνομαι
    • αρχίζω
    • βάζω μπρος
    • βγάζω
    • βλέπω
    • βρίσκω
    • γίνομαι
    • γνωμοδοτώ
    • δέχομαι
    • διαπιστώνω
    • εκπλήσσω
    • εμφανίζω
    • εντοπίζω
    • επιτυγχάνω
    • εφοδιάζομαι
    • κάνω
    • κατακτώ
    • καταπλήσσω
    • καταφέρνω
    • κομίζω
    • κρίνω
    • κυριεύω
    • νοσώ
    • παθαίνω
    • παράγω
    • πιάνω
    • προκαλώ
    • σαστίζω
    • στρατεύομαι
    • συλλέγω
    • υπερισχύω
    • φέρνω
    • φθάνω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "mendapatkan" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "mendapatkan" with translations into Greek

  • έχω · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αποκτώ · απολύω · ασκώ · βρίσκω · δέχομαι · εξασφαλίζω · επιτρέπεται · επιτυγχάνω · κάνω · καταφέρνω · κατορθώνω · κονσερβοποιώ · μπορώ · νοσώ · παθαίνω · πιάνω · προκαλώ · συλλαμβάνω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · το πιάνω · φθάνω · φτάνω
  • Δημοσκόπηση
  • άρχομαι · έχω · ανοίγω · αποδέχομαι · αποκομίζω · αποκομίζω καθαρά · αποκτώ · απολαύω · αποφέρω καθαρά · αρχίζω · βάζω μπρος · βγάζω · βρίσκω · γίνομαι · δέχομαι · διαπιστώνω · εκπλήσσω · εμφανίζω · εξασφαλίζω · εξελίσσομαι · επιτυγχάνω · εφοδιάζομαι · κάνω · καθαρίζω · καρπώνομαι · καταπλήσσω · καταφέρνω · κερδίζω · κομίζω · λαμβάνω · μαζεύω · νοσώ · παθαίνω · παράγω · παρακινώ · πιάνω · προκαλώ · προχωρώ · πυροδοτώ · σαστίζω · σημειώνω πρόοδο · σκοράρω · συλλέγω · συλλαμβάνω · συμβάλλομαι · συνάγω · συνάπτω σύμβαση · συναθροίζω · το πιάνω · υποδέχομαι · φέρνω · φθάνω
  • Έσοδο
  • Εθνικό εισόδημα
  • δημοψήφισμα
Add

Translations of "mendapatkan" into Greek in sentences, translation memory