Translation of "menolak" into Greek
αποκρούω, αποποιούμαι, απορρίπτω are the top translations of "menolak" into Greek.
menolak
-
αποκρούω
verbKuhabiskan banyak waktu menolak pengajuan dari orang sepertimu.
Τις περισσότερες ώρες αποκρούω βολές από ανθρώπους σαν εσένα.
-
αποποιούμαι
verb -
απορρίπτω
verbIa belakangan bahkan bisa sampai menolak nasihat yang tepat dan berdasarkan Alkitab.
Μπορεί μάλιστα να φτάσει στο σημείο να απορρίπτει κατάλληλες Γραφικές συμβουλές.
-
Less frequent translations
- αγνοώ
- αδιαφορώ
- ακυρώνω
- αμελώ
- ανάβω
- αναιρώ
- ανασκευάζω
- αντικρούω
- αντιτίθεμαι
- απαγορεύω
- απαρνιέμαι
- αποδοκιμάζω
- αποκηρύσσω
- αποκλείω
- αποσύρω
- απωθώ
- αρνητικός
- αρνιέμαι
- αρνούμαι
- αφαιρώ
- αψηφώ
- διαμαρτύρομαι
- διαψεύδω
- εμποδίζω
- εμποδίζω την είσοδο
- εξεμώ
- εξωθώ
- κάνω εμετό
- κάνω κράτει
- καταπολεμώ
- καταψηφίζω
- μαυρίζω
- μετακινώ βίαια
- ξερνώ
- παραβλέπω
- παρατώ
- περιφρονώ
- προλαβαίνω
- σπρώχνω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "menolak" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "menolak" with translations into Greek
-
γυρίζω
-
ένταση ανατάραξης
-
ταχύτητα ανατάραξης
Add example
Add