Translation of "pelawan" into Greek

ανταγωνιστής is the translation of "pelawan" into Greek.

pelawan
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • ανταγωνιστής

    noun masculine

    Seorang musuh yang melawan atau menentang; seorang antagonis atau oponen (penentang).

    Ένας εχθρός που αντιμάχεται ή αντιστέκεται· ανταγωνιστής ή αντίπαλος.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "pelawan" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "pelawan" with translations into Greek

  • αντίθετο · αντίθετος · αντώνυμο
  • αγωνίζομαι · μάχομαι · πολεμώ
  • αντίπαλος · ανταγωνιστής · πολέμιος
  • έρχομαι σε σύγκρουση · αντίθετο · ανταγωνίζομαι · αντώνυμο · διίσταμαι · διαφωνώ
  • συνομιλητής
  • αγωνίζομαι · αμύνομαι · ανατρέπω · ανταγωνίζομαι · αντικρούω · αντιμάχομαι · αντιμετωπίζω · αντιπαλεύω · αντιστέκομαι · αντιτίθεμαι · διαπληκτίζομαι · εναντιώνομαι · επαναστατώ · καταπολεμώ · καυγαδίζω · λογομαχώ · λογοφέρνω · μάχομαι · ματαιώνω · παραβγαίνω · πολεμώ · φιλονικώ
  • αντίζηλος · αντίθετο · αντίθετος · αντίπαλος · ανταγωνιστής · αντώνυμο · ενάντια · εναντίον · εχθρός · μάχομαι · πολέμιος
  • αντίσταση
Add

Translations of "pelawan" into Greek in sentences, translation memory