Translation of "pendapat" into Greek

άποψη, αίσθημα, αναφορά are the top translations of "pendapat" into Greek.

pendapat
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • άποψη

    noun feminine

    Terjemahan ini rupanya telah membuat usaha khusus agar dapat mudah dibaca.

    Είναι φανερό ότι έγινε ειδική προσπάθεια για να είναι αυτή η μετάφραση ευανάγνωστη από κάθε άποψη.

  • αίσθημα

    noun neuter

    Agar dapat memiliki harga diri, seseorang perlu belajar cara bekerja yang baik.

    Για να έχει κάποιος το αίσθημα της αυτοεκτίμησης, χρειάζεται να μάθει πώς να κάνει καλή εργασία.

  • αναφορά

    noun feminine

    Menurut beberapa orang, jawabannya dapat ditemukan tanpa melibatkan Pencipta yang cerdas.

    Μερικοί πιστεύουν ότι η απάντηση μπορεί να βρεθεί χωρίς να γίνει καμία αναφορά σε νοήμονα Δημιουργό.

  • Less frequent translations

    • αποτίμηση
    • γνώμη
    • διορατικότητα
    • εκτίμηση
    • ιδέα
    • κρίση
    • μνεία
    • οξυδέρκεια
    • οπτική γωνία
    • παρακολούθηση
    • παρατήρηση
    • σωματικό αίσθημα
    • ψηφοφορία
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "pendapat" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "pendapat" with translations into Greek

  • έχω · ανταπεξέρχομαι · αντεπεξέρχομαι · αποκτώ · απολύω · ασκώ · βρίσκω · δέχομαι · εξασφαλίζω · επιτρέπεται · επιτυγχάνω · κάνω · καταφέρνω · κατορθώνω · κονσερβοποιώ · μπορώ · νοσώ · παθαίνω · πιάνω · προκαλώ · συλλαμβάνω · τα βγάζω πέρα · τα βολεύω · τα καταφέρνω · το πιάνω · φθάνω · φτάνω
  • Δημοσκόπηση
  • άρχομαι · έχω · ανοίγω · αποδέχομαι · αποκομίζω · αποκομίζω καθαρά · αποκτώ · απολαύω · αποφέρω καθαρά · αρχίζω · βάζω μπρος · βγάζω · βρίσκω · γίνομαι · δέχομαι · διαπιστώνω · εκπλήσσω · εμφανίζω · εξασφαλίζω · εξελίσσομαι · επιτυγχάνω · εφοδιάζομαι · κάνω · καθαρίζω · καρπώνομαι · καταπλήσσω · καταφέρνω · κερδίζω · κομίζω · λαμβάνω · μαζεύω · νοσώ · παθαίνω · παράγω · παρακινώ · πιάνω · προκαλώ · προχωρώ · πυροδοτώ · σαστίζω · σημειώνω πρόοδο · σκοράρω · συλλέγω · συλλαμβάνω · συμβάλλομαι · συνάγω · συνάπτω σύμβαση · συναθροίζω · το πιάνω · υποδέχομαι · φέρνω · φθάνω
  • Έσοδο
  • Εθνικό εισόδημα
  • δημοψήφισμα
Add

Translations of "pendapat" into Greek in sentences, translation memory