Translation of "penguat" into Greek
ενισχυτής, Ενισχυτής are the top translations of "penguat" into Greek.
penguat
-
ενισχυτής
noun masculineAda alat penguat juga, tapi sudah hancur.
Υπήρχε κι ένας ενισχυτής, αλλά έγινε κομμάτια.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "penguat" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Penguat
-
Ενισχυτής
Ada alat penguat juga, tapi sudah hancur.
Υπήρχε κι ένας ενισχυτής, αλλά έγινε κομμάτια.
Phrases similar to "penguat" with translations into Greek
-
δυναμώνω · ενδυναμώνομαι · ενδυναμώνω · ενισχύομαι · ενισχύω · επιβεβαιώνω · ισχυροποιούμαι · ισχυροποιώ · υποστηρίζω
-
δυναμώνω · ενισχύω · ισχυροποιώ
-
έχω · ανακοινώνω · αντέχω το ποτό · βαστώ · δίνω · δεσμεύω · διέπομαι · διακατέχομαι · διατηρώ · εκλαμβάνω · ελέγχω · εξουσιάζω · ισχύω · κατέχω · κατακρατώ · κλείνω · κρατώ · νομίζω · περιέχω · περικλείω · περιλαμβάνω · περιορίζω · πιστεύω · συμφωνώ · υπερισχύω · υποχρεώνω · φορτώνω · χωράω
-
ακουμπώ · εξοπλίζω · περιέχω · τοποθετώ · φορτώνω · χωράω
-
φορτώνω
-
Χρίσμα
Add example
Add