Translation of "salur" into Greek

αγωγός, κυλώ, μεταφέρω are the top translations of "salur" into Greek.

salur verb grammar
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • αγωγός

    noun masculine

    Sungguh menenteramkan hati untuk mengetahui bahwa saluran yang Yehuwa gunakan dewasa ini tidak berbuat demikian!

    Πόσο καθησυχαστικό είναι να γνωρίζουμε ότι ο αγωγός τον οποίο χρησιμοποιεί σήμερα ο Ιεχωβά δεν ενεργεί έτσι!

  • κυλώ

    verb
  • μεταφέρω

    verb

    Pemikirannya adalah Anda tidak ingin menyalurkan listrik secara nirkabel, tidak ada yang pernah memikirkannya.

    Η ιδέα ότι δε θα ήθελες να μεταφέρεις ηλεκτρική ενέργεια με ασύρματο τρόπο, κανείς δεν το είχε σκεφτεί.

  • Less frequent translations

    • ρέω
    • σωλήνας
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "salur" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "salur" with translations into Greek

  • σάλπιγγα · ωαγωγός ωοθήκης
  • διάδοση · διάχυση · διανομή · διασπορά · εξάπλωση · στατιστική διασπορά · στατιστική κατανομή
  • ρέω
  • διαδίδω · διαλύομαι · διανέμω · εκπέμπω · καταμερίζω · κατανέμω · κοινολογώ · μεταφέρω · μοιράζω · παρέχω · προσφέρω · σκορπίζω · σκορπώ · χορηγώ
  • Ουρολοίμωξη
  • Χολαγγείο
  • αγγείο · αγωγός · δίοδος · διάβαση · διαδρομή · διοχέτευση · ηλεκτρικός δίαυλος · κανάλι · κανάλι υγρών · οχετός · ράδιο αρβύλα · σωλήνας · σωλήνας μεταφοράς υγρών ή ρεύματος · σωλήνωση · τηλεοπτικό κανάλι
  • Τηλεοπτικός σταθμός
Add

Translations of "salur" into Greek in sentences, translation memory