Translation of "selidik" into Greek
έρευνα, πραγματογνωμοσύνη are the top translations of "selidik" into Greek.
selidik
-
έρευνα
noun feminineNamun penyelidikannya menemui akhir yang berbeda dari yang diharapkannya.
Όμως η έρευνά του δεν είχε την κατάληξη που περίμενε.
-
πραγματογνωμοσύνη
noun
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "selidik" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "selidik" with translations into Greek
-
έρευνα · ακούω · αναγνωρίζω · αναδίφηση · βλέπω · διακρίνω · διεξάγω · διερεύνηση · εξετάζω · επιδίδομαι σε επιστημονική έρευνα · ερευνώ · κατασκοπεύω · μελετώ · παρατηρώ
-
έρευνα · αναδίφηση · διερεύνηση · εξέταση · επιδίδομαι σε επιστημονική έρευνα · πραγματογνωμοσύνη
-
αναλύω · βολιδοσκοπώ · διαπιστώνω · εξακριβώνω · εξετάζω · επιδίδομαι σε επιστημονική έρευνα · ερευνώ · σπουδάζω · συμβουλεύομαι · συσκέπτομαι · φοιτώ
-
ερευνητής
Add example
Add