Translation of "terlepas" into Greek

απαλλάσσω, απελευθερώνομαι, απελευθερώνω are the top translations of "terlepas" into Greek.

terlepas
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • απαλλάσσω

    verb

    Kata Yunani yang digunakan di sini berasal dari kata kerja yang berarti ”melepaskan, membebaskan”.

    Αυτή η ελληνική λέξη προέρχεται από ένα ρήμα που σημαίνει «ελευθερώνω, απαλλάσσω».

  • απελευθερώνομαι

    verb
  • απελευθερώνω

    verb

    Berton-ton bahan radioaktif yang menguap dilaporkan lepas ke atmosfer!

    Αναφέρεται ότι πολλοί τόνοι εξαερωμένων ραδιενεργών υλικών απελευθερώθηκαν στην ατμόσφαιρα!

  • Less frequent translations

    • αποδεσμεύομαι
    • αποδεσμεύω
    • εγκαταλείπω
    • λυτρώνω
    • μετακινούμαι
    • μετατοπίζομαι
    • ξεμπλοκάρω
    • παρέρχομαι
    • περνώ
    • προχωρώ
    • χωρίζω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "terlepas" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "terlepas" with translations into Greek

  • Ταχύτητα διαφυγής
  • διαφυγή · δραπέτευση · φυγή
  • αγνοώ · ακυρώνω · αμελώ · αποκολλώ · απομακρύνω · αποσπώ · αποτελειώνω · εκτελώ · μεταθέτω · ξεκάνω · ξεκολλώ · ξετυλίγω · ξεφορτώνομαι · παραβλέπω · σκοτώνω · φονεύω · χαλάω
  • απαλλαγή · διαφυγή · δραπέτευση · εξαίρεση · παραίτηση · φυγή
  • γλιστρώ · διαφεύγω · διαφυγή · δραπέτευση · δραπετεύω · το σκάω · φυγή
  • αθωώνω · αναγνωρίζω ήττα · απαγκιστρώνω · απαλλάσσω · απαρνιέμαι · απελευθερώνομαι · απελευθερώνω · αποβιβάζω · αποδεσμεύομαι · αποδεσμεύω · απολύω · αποσπώ · αφήνω · βγάζω φωνή · εγκαταλείπω · εγκρίνω · εκβάλλω · εκπίπτω · επιτρέπω · κάνω χωρίς · λυτρώνω · ξεβιδώνω · ξεγραπώνω · ξελασκάρω · ξελαφρώνω · ξεμπλοκάρω · ξεφορτώνω · παραδέχομαι · παραδίδομαι · παραδίδω · παραδίνομαι · παραδίνω · παρατώ · παραχωρώ · πυροδοτώ · στερούμαι · χάνω δικαίωμα
  • αναχωρώ · απογειώνω · αφήνω · κινώ · ξεκινώ · φεύγω
  • ξεκαρφίτσωμα
Add

Translations of "terlepas" into Greek in sentences, translation memory