Translation of "ubah" into Greek

αλλαγή, αλλάζω, απογίνομαι are the top translations of "ubah" into Greek.

ubah Verb noun grammar
+ Add

Indonesian-Greek dictionary

  • αλλαγή

    noun feminine

    Oliver, pasti ada perubahan yang baik sampai membawa keluargamu hari ini.

    Είvαι μία ευπρόσδεκτη αλλαγή που έφερες τηv οικογέvεια.

  • αλλάζω

    verb

    Kau tidak berubah sama sekali.

    Δεν έχεις αλλάξει καθόλου.

  • απογίνομαι

  • Less frequent translations

    • γίνομαι
    • κλείνω
    • μεταβάλλω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "ubah" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "ubah" with translations into Greek

  • ιστορικό αλλαγών
  • αλλάζω μεγέθους
  • κάποιες φορές αλλάζει
  • ακυρώνω · αλλάζω · αλλάσσω · αλλοιώνω · ανταλλάσσω · απομακρύνω · διαγράφω · διαστρέφω · επεξεργάζομαι · μεταβάλλω · μεταλλάσσω · μεταμορφώνω · μεταπλάθω · μεταρρυθμίζω · μετασκευάζω · μετασχηματίζω · μετατρέπομαι · μετατρέπω · μεταφέρω · ξεφορτώνομαι · παραποιώ · σβήνω · τροποποιώ
  • αλλαγή · μετάβαση · μεταλλαγή · μεταμόρφωση · μετασχηματισμός · μετατροπή · τροποποίηση
  • δεν αλλάζει ποτέ
  • κοινωνική αλλαγή
  • αλλάζω · αλλάζω κατάσταση · αλλάζω υπόσταση · αλλάσσω · ανταλλάσσω · γίνομαι · μεταβάλλω · μεταλλάσσω · μεταμορφώνω · μεταπλάθω · μεταρρυθμίζω · μετασκευάζω · μετασχηματίζω · μετατρέπω · μεταφέρω · τρέπομαι
Add

Translations of "ubah" into Greek in sentences, translation memory