Translation of "cadente" into Greek
ερειπωμένος is the translation of "cadente" into Greek.
cadente
adjective
verb
masculine
grammar
-
ερειπωμένος
adjective masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "cadente" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "cadente" with translations into Greek
-
Έπεσε στο καθήκον
-
αποβιώνω · αποθνήσκω · καταρρέω · κατεβαίνω · πέσει · πέφτω · παραδίνομαι · πεθαίνω · πτώση · ρίχνω · σταγόνα
-
άλωση · εγκατάλειψη · ολίσθημα · πέσιμο · πτώση · συνθηκολόγηση
-
χιονόπτωση
-
πτώση από άλογο
-
Πτώση του ανθρώπου
-
το μήλο πέφτει κάτω από τη μηλιά
-
διάττοντας αστέρας · διάττων αστήρ
Add example
Add