Translation of "capitale" into Greek
πρωτεύουσα, κεφάλαιο, κεφαλαιώδης are the top translations of "capitale" into Greek.
capitale
adjective
noun
masculine
feminine
grammar
-
πρωτεύουσα
noun feminineπρωτεύουσα μιας διοικητικής περιοχής (χώρα, πολιτεία, νομός,περιφέρεια, κομητεία κτλ) [..]
Berlino è la capitale della Germania.
Το Βερολίνο είναι η πρωτεύουσα της Γερμανίας.
-
κεφάλαιο
noun neuterCiascun azionista risponde soltanto nei limiti del capitale sottoscritto.
Ο μέτοχος ευθύνεται μόνο μέχρι του ποσού του κεφαλαίου το οποίο έχει καλύψει.
-
κεφαλαιώδης
Nella scelta delle priorità il fattore cronologico ha importanza capitale.
Κατά την επιλογή των προτεραιοτήτων, ο χρονολογικός παράγοντας είναι κεφαλαιώδους σημασίας.
-
Less frequent translations
- Κεφάλαιο
- βασικός
- μητρόπολη
- έδρα κυβέρνησης
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "capitale" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "capitale" with translations into Greek
-
Ανθρώπινο κεφάλαιο
-
Πολιτιστική Πρωτεύουσα της Ευρώπης
-
θανάσιμο αμάρτημα
-
ελεύθερη κυκλοφορία του κεφαλαίου (κεφαλαίων) · ελεύθερη κυκλοφορία των κεφαλαίων
-
επαναπατρισμός κεφαλαίων
-
κεφάλαια επιχειρηματικού κινδύνου
-
βιομηχανικό κεφάλαιο
-
εταιρία περιορισμένης ευθύνης · κεφαλαιουχική εταιρεία
Add example
Add