Translation of "identità" into Greek
ταυτότητα, ταυτοσημία, οντότητα are the top translations of "identità" into Greek.
-
ταυτότητα
noun feminineL'alias è un'identità fittizia usata da una persona conosciuta sotto altre identità.
Ως χρήση ψευδωνύμου νοείται η χρήση πλασματικής ταυτότητας από ένα φυσικό πρόσωπο που είναι γνωστό υπό άλλη ταυτότητα.
-
ταυτοσημία
nounc) si è altresì in presenza di identità economica se l’acquirente, invece di apportare nuovo capitale d’esercizio, compensa le perdite registrate dall’impresa deficitaria».
c) οικονομική ταυτοσημία υπάρχει επίσης όταν ο αγοραστής, αντί να επενδύσει στο κεφάλαιο κινήσεως, συμψηφίζει τις ζημίες που είχε καταγράψει η ζημιογόνος εταιρία.»
-
οντότητα
nounCiò permetterebbe di alleggerire le pressioni sui centri storici, darebbe una precisa funzione e una identità socioeconomica a quartieri oggi degradati.
Αυτό θα επιτρέψει να μειωθούν οι πιέσεις στα ιστορικά κέντρα και θα προσδώσει σαφή λειτουργία και κοινωνικοοικονομική οντότητα στις υποβαθμισμένες συνοικίες.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "identità" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
-
Αλγεβρικές ταυτότητες
Phrases similar to "identità" with translations into Greek
-
ευρωπαϊκή ταυτότητα
-
Εθνική ταυτότητα
-
ταυτότητα εμπορικής επωνυμίας
-
ταυτότητα φύλου
-
διαχείριση ταυτοτήτων
-
κλοπή ταυτότητας
-
πολλαπλές ταυτότητες
-
ηλεκτρονική ταυτότητα