Translation of "portare" into Greek

φέρνω, κουβαλώ, μεταφέρω are the top translations of "portare" into Greek.

portare verb grammar

Sostenere o tenere senza disturbo o rotture. [..]

+ Add

Italian-Greek dictionary

  • φέρνω

    verb

    Porto dei dolciumi per i bambini.

    Φέρνω καραμέλες για τα παιδιά.

  • κουβαλώ

    verb

    Poi la prendo in braccio e reggendomi in piedi la porto fuori.

    Την σηκώνω στα χέρια και την κουβαλώ έξω περπατώντας.

  • μεταφέρω

    verb

    Chiudero'il sistema di sorveglianza e la porteremo in una suite di sicurezza.

    Θα κλείσω το σύστημα παρακολούθησης και θα την μεταφέρουμε στην μονάδα υψηλής ασφαλείας.

  • Less frequent translations

    • πηγαίνω
    • έχω
    • κομίζω
    • οδηγώ
    • φοράω
    • φορώ
    • περιλαμβάνω
    • άγω
    • κατακρατώ
    • εκπέμπω
    • εξουσιάζω
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "portare" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "portare"

Phrases similar to "portare" with translations into Greek

  • αραξοβόλι · καταφύγιο · λιμάνι · λιμένας · οίνος Πορτογαλίας · πορτό
  • Πόρτα · Τέρμα · άνοιγμα · δερβένι · εστία · θύρα · κατώφλι · κλεισούρα · μεταφορά · πέρασμα · πόρτα · τέρμα
  • ακολουθώ · συνοδεύω · συνοδοιπορώ
  • κοινή λιμενική πολιτική
  • έκβαση · αποτέλεσμα · απόληξη · διαθέσιμος · διατεθειμένος · επακόλουθο · κατάληξη · πρ · συνέπεια
  • έκταση · ακτίνα · απόσταση · βεληνεκές · πιάτο · σφαίρα · φάσμα · φαγητό
  • Σημαία του Πουέρτο Ρίκο
  • θήκη για μπουκέτο λουλουδιών
Add

Translations of "portare" into Greek in sentences, translation memory