Translation of "servo" into Greek
υπηρέτης, δουλοπάροικος, δούλος are the top translations of "servo" into Greek.
servo
noun
verb
masculine
grammar
-
υπηρέτης
noun masculineNon puoi dire che siano colpevoli, finché non viene trovato il corpo della serva.
Δεν μπορείς να αποδείξεις ότι έκαναν κάτι μέχρι να βρεθεί ο νεκρός υπηρέτης.
-
δουλοπάροικος
noun masculinePerché sarei stato un servo e lui il maledetto padrone.
Γιατί εγώ θα ήμουν δουλοπάροικος κι αυτός θα ήταν Λόρδος της περιοχής.
-
δούλος
noun masculineSe questo e'il vostro desiderio, saro'il vostro umile servo.
Αν το επιθυμείτε, Παναγιότατε, είμαι ταπεινός σας δούλος.
-
διάκονος
masculineSono passati molti anni e ora serve come anziano e come ministro a tempo pieno.
Τώρα, χρόνια αργότερα, ο Άντεϊ υπηρετεί ως πρεσβύτερος και ολοχρόνιος διάκονος.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "servo" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "servo" with translations into Greek
-
χρειάζομαι γιατρό
-
1. υπηρετώ, διακονώ · 2. βοηθώ, εξυπηρετώ · 3. σερβίρω · 4. κάνω τη θητεία μου, υπηρετώ · 5. χρησιμεύω, είμαι χρήσιμος · 6. μοιράζω, δίνω πάσα · ακόλουθος · εξυπηρετώ · μοιράζω · παρέχω εξυπηρέτηση · παραθέτω · περιποιούμαι · προσφέρω · σερβίρω · υπηρετώ · χρησιμεύω
-
σερβίρω
-
διακομιστής · εξυπηρετητής · σερβιτόρος
-
«βρώμικο» · σουβλάκι · ταχυφαγείο
Add example
Add