Translation of "sorgere" into Greek
ανατολή, προκύπτω, ανακύπτω are the top translations of "sorgere" into Greek.
Avere un'inizio nel senso temporale, spaziale o valutativo. [..]
-
ανατολή
noun femininePerche'tutti preferiscono un astro che sorge ad un astro che tramonta, signor Smeaton.
Γιατί όλοι προτιμούν την ανατολή από τη δύση, κ. Σμίτον.
-
προκύπτω
verbInfine, la modifica introduce un meccanismo di composizione delle controversie che potrebbero sorgere tra le parti contraenti.
Τέλος, η τροποποίηση προβλέπει έναν μηχανισμό επίλυσης διαφορών σε περίπτωση που προκύψει διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών.
-
ανακύπτω
verbDiversamente, sorgeranno lunghe controversie sui prezzi che, nel frattempo, comprometteranno la possibilità di un'effettiva concorrenza.
Εάν αυτό δεν γίνει, θα ανακύψουν μακρόχρονες διαφορές επί τιμών που στο μεταξύ θα υπονομεύουν την πιθανότητα ανταγωνισμού.
-
Less frequent translations
- βγαίνω
- σηκώνομαι
- ανατέλλω
- εκπηγάζω
- εκπορεύομαι
- εμφανίζομαι
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "sorgere" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "sorgere"
Phrases similar to "sorgere" with translations into Greek
-
πρώτη ύλη για την παραγωγή ενέργειας
-
πηγή ατυχήματος
-
πηγή φωτός
-
κακοτυχία
-
ευθύγραμμη (επίπεδη) πηγή
-
γραμμική πηγή
-
γλειφιτζούρι
-
άνοιξη · ανάβρα · κεφαλάρι · νερομάνα · πηγή · πηγή ποταμού · πηγαίος κώδικας · υδάτινη πηγή