Translation of "tedesca" into Greek
γερμανικός, Γερμανίδα, Γερμανός are the top translations of "tedesca" into Greek.
Persona di genere femminile e di nazionalità tedesca. [..]
-
γερμανικός
adjectiveRispetto all’anno precedente, la flotta peschereccia tedesca ha registrato un calo in quattro segmenti.
Σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, ο γερμανικός αλιευτικός στόλος μειώθηκε σε τέσσερα τμήματα.
-
Γερμανίδα
noun feminineΓυναίκα που έχει τη γερμανική υπηκοότητα. [..]
Non l'ho sentito lamentarsi quando quella tedesca me lo succhiava.
Δεν είδα τίποτα ενστάσεις όταν με έβλεπε να με ρουφάει εκείνη η Γερμανίδα.
-
Γερμανός
proper masculineΑυτός ή αυτή που έχει τη γερμανική υπηκοότητα.
Il Paese non accettera'di essere governato da un tedesco.
Δεν θα αρέσει στο λαό να τον κυβερνά ένας Γερμανός.
-
Less frequent translations
- γερμανική
- γερμανικό
- γερμανικά
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "tedesca" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "tedesca" with translations into Greek
-
λαϊκή δημοκρατία της γερμανίας
-
Γερμανία · Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
-
Αλεμαννική γλώσσα · αλεμαννική γλώσσα · δανική γλώσσα
-
Γερμανία · Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
-
Μπουντεσλίγκα
-
ιστορικός για τοπικά θέματα
-
Γερμανίδα · Γερμανικά · Γερμανός · γερμανικά · γερμανική · γερμανική γλώσσα · γερμανικό · γερμανικός · γερμανός
-
Γερμανικό Μάρκο