Translation of "Handwierk" into Greek
τεχνική, χειροτεχνία are the top translations of "Handwierk" into Greek.
Handwierk
-
τεχνική
noun adjectiveεργασιακή άσκηση των πρακτικών γνώσεων από ένα πρόσωπα για την επεξεργασία ή μεταποίηση αντικειμένων
-
χειροτεχνία
παραγωγή προϊόντων ή υπηρεσιών χάριν της συγκεκριμένης πρακτικής γνώσης και εκτός του πλαισίου αυτοματοποιημένης παραγωγής
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Handwierk" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add