Translation of "memberi" into Greek
αποδίδω, αφήνω, αφιερώνω are the top translations of "memberi" into Greek.
-
αποδίδω
verb2:13, ABB) Tuhanlah yang memberi seseorang keinginan dan kekuatan untuk memikul tanggungjawab di sidang dan melakukan kehendak-Nya.
2:13) Η επιθυμία για υπηρεσία είναι θεόδοτη, και το πνεύμα του Ιεχωβά μπορεί να ενδυναμώσει ένα άτομο ώστε να αποδίδει ιερή υπηρεσία.
-
αφήνω
verbPerisian yang merugikan kamu, tapi ia mampu memberi kamu ini..
To λoγισμικό θα μας αφήσει χωρίς δoυλειά, αλλά δεv κάvει αυτό.
-
αφιερώνω
verb+ 18 Yehuwa telah memberi tuanku suatu tugas dan Dia berfirman, ‘Pergilah binasakan orang Amalek yang berdosa.
+ 18 Αργότερα ο Ιεχωβά σε έστειλε σε μια αποστολή και είπε: “Πήγαινε και αφιέρωσε τους αμαρτωλούς Αμαληκίτες στην καταστροφή.
-
Less frequent translations
- γίνομαι δωρητής
- δέχομαι
- δίνω
- δηλώνω
- διαμοιράζω
- διανέμω
- δωρίζω
- εγκρίνω
- εκχωρώ
- επιδέχομαι
- επιτρέπω
- θρέφω
- θυσιάζω
- κάνω
- κάνω χώρο
- κατανέμω
- καταρρέω
- λαμβάνω υπ’ όψιν
- μαρτυρώ
- μεταδίδω
- μοιράζω
- νέμω
- παίρνω
- παράγω
- παρέχω
- παραδίδω
- παραδίνομαι
- παραχωρώ
- περιβάλλω
- προθυμοποιούμαι
- προμηθεύω
- προξενώ
- προσφέρομαι
- προσφέρω
- σηκώνω
- σιτίζω
- συμβάλλω
- συνεισφέρω
- τροφοδοτώ
- φέρνω
- χορηγώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "memberi" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "memberi" with translations into Greek
-
εκτελώ αδέξια · ενθαρρύνω · κάνω άτεχνα · προάγω · προωθώ · τα θαλασσώνω · τα κάνω μούσκεμα
-
ακούω με μεγάλη προσοχή · προσέχω
-
αγγέλω · εισάγω
-
χαιρετώ
-
βάζω τις φωνές · επιπλήττω · κατσαδιάζω · μαλώνω