Translation of "arbeid" into Greek
έργο, εργασία, άθλος are the top translations of "arbeid" into Greek.
-
έργο
noun neuterEtter at arbeidet var ferdig, kom det grupper fra forskjellige etater på omvisning.
Μετά την ολοκλήρωση του έργου, ομάδες από διάφορες τοπικές κυβερνητικές υπηρεσίες ξεναγήθηκαν στις εγκαταστάσεις.
-
εργασία
noun feminineI mange hundre år har det vært slik at folk ufrivillig har vært uten arbeid nå og da.
Επί αιώνες, οι άνθρωποι κατά καιρούς βρίσκονταν άθελά τους χωρίς εργασία.
-
άθλος
noun masculine
-
Less frequent translations
- αγγαρεία
- δουλειά
- κάματος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "arbeid" into Greek
-
Glosbe Translate
Translations with alternative spelling
-
Εργασία
I mange hundre år har det vært slik at folk ufrivillig har vært uten arbeid nå og da.
Επί αιώνες, οι άνθρωποι κατά καιρούς βρίσκονταν άθελά τους χωρίς εργασία.
-
Έργο
Arbeidet gikk framover uten hindringer, og i 1993 var det stor glede over at Uganda rapporterte 1000 forkynnere.
Το έργο προόδευσε ανεμπόδιστα και, το 1993, η Ουγκάντα είχε τη χαρά να αναφέρει στην έκθεσή της 1.000 ευαγγελιζομένους.
Phrases similar to "arbeid" with translations into Greek
-
λίστα εκκρεμοτήτων
-
πραγματικός όγκος εργασίας
-
προϋπολογισμένο κόστος εργασίας που έχει προγραμματιστεί
-
δουλεύω · εργάζομαι · λειτουργώ
-
εθελοντική εργασία
-
ψάχνω για δουλειά
-
οργάνωση εργασιών
-
ψάχνω για δουλειά