Translation of "land" into Greek
χώρα, γη, ξηρά are the top translations of "land" into Greek.
land
grammar
-
χώρα
noun feminineπεριοχή νομικά διακρινόμενη ως ξεχωριστή οντότητα στην πολιτική γεωγραφία
Brasil er det femte største landet i verden.
Η Βραζιλία είναι η πέμπτη χώρα σε μέγεθος στον κόσμο.
-
γη
noun feminineDerfor skal de ta en dobbelt del i eie i sitt land.
Γι’ αυτό, στη γη τους θα γίνουν κάτοχοι διπλής μερίδας.
-
ξηρά
noun adjective femininePå land støtter beveren seg på halen mens den gnager i vei på trær.
Στην ξηρά τη χρησιμοποιεί για να μένει σταθερός καθώς ροκανίζει τα δέντρα.
-
Less frequent translations
- πατρίδα
- έθνος
- εξοχή
- πατρίς
- έδαφος
- έκταση
- αγροτική περιοχή
- αγρός
- κράτος
- κτήμα
- λαός
- περίχωρα
- πολιτεία
- στεριά
- φύση
- χώμα
- ύπαιθρος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "land" into Greek
-
Glosbe Translate
Phrases similar to "land" with translations into Greek
-
κτηματολόγιο
-
προσγειώνομαι · προσγειώνω
-
Γη της Βασίλισσας Μάουντ
-
λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες (ΛΑΧ)
-
χερσαία πρόσβαση
-
Εθνικός ύμνος της Φινλανδίας
-
ανεπτυγμένες χώρες
-
υπερηπειρωτική χώρα
Add example
Add