Translation of "kierowanie" into Greek
οδήγηση, παράταξη, χειραγώγηση are the top translations of "kierowanie" into Greek.
rzecz. rzeczownik odczas. odczasownikowy od → kierować [..]
-
οδήγηση
nounNależy przyjąć przepisy szczególne w celu ułatwienia kierowania pojazdami osobom niepełnosprawnym pod względem fizycznym.
Θα πρέπει να θεσπιστούν ειδικές διατάξεις ώστε να διευκολυνθεί η οδήγηση οχημάτων από τα άτομα με σωματική αναπηρία.
-
παράταξη
Nie kierują nami ludzie pokroju George'a Sorosa.
Δεν υπάρχει στην παράταξη κάποια ηγετική μορφή, τύπου Τζορτζ Σόρος.
-
χειραγώγηση
nounW ten sposób można by zapewnić wiedzę ekspercką i zapobiec sytuacji, w której stanowieniem prawa w UE kierują grupy interesów.
Με τον τρόπο αυτόν μπορεί να εξασφαλιστεί η διαφάνεια και η εμπειρογνωμοσύνη και να αποφευχθεί η χειραγώγηση της κοινοτικής νομοθεσίας βάσει συμφερόντων.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "kierowanie" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "kierowanie" with translations into Greek
-
κατευθύνομαι
-
διεύθυνση επιχείρησης
-
έμμεση στόχευση χρηστών
-
Πύραυλος αέρος-αέρος
-
άγω · απευθύνομαι · απευθύνω · διευθύνω · διοικώ · διοχετεύω · ελέγχω · καθοδηγώ · οδηγώ
-
κατευθύνω
-
εύκαμπτη γραμμή σύνδεσης
-
άγω · απευθύνομαι · απευθύνω · διευθύνω · διοικώ · διοχετεύω · ελέγχω · καθοδηγώ · οδηγώ