Translation of "boa" into Ancient Greek (to 1453)
ἀγαθός is the translation of "boa" into Ancient Greek (to 1453).
boa
adjective
interjection
noun
feminine
grammar
-
ἀγαθός
adjective
-
Show algorithmically generated translations
Images with "boa"
Phrases similar to "boa" with translations into Ancient Greek (to 1453)
-
δυνατός · εὐεργής · καλός · κρήγυος · χρηστικός · χρηστός · ἀγαθός · ἐπιεικής · ἐσθλός
-
χαίρε · χαίρε και υγίαινε
-
δυνατός · εὐεργής · καλός · κρήγυος · χρηστικός · χρηστός · ἀγαθός · ἐπιεικής · ἐσθλός
-
δυνατός · εὐεργής · καλός · κρήγυος · χρηστικός · χρηστός · ἀγαθός · ἐπιεικής · ἐσθλός
-
δυνατός · εὐεργής · καλός · κρήγυος · χρηστικός · χρηστός · ἀγαθός · ἐπιεικής · ἐσθλός
-
δυνατός · εὐεργής · καλός · κρήγυος · χρηστικός · χρηστός · ἀγαθός · ἐπιεικής · ἐσθλός
Add example
Add