Translation of "Вера" into Greek
Βέρα, θρησκεία, πίστη are the top translations of "Вера" into Greek.
Вера
proper
существительное женского рода
grammar
-
Βέρα
proper feminineЭто был такой ужасный шок - потерять Веру именно сейчас.
Ήταν φοβερό σοκ, να χάσουμε έτσι τη Βέρα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Вера" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
вера
noun
существительное женского рода
grammar
-
θρησκεία
noun feminineСамодовольный индюк, ты постоянно хулишь мою страну, мою веру.
Κρίνεις πάντα υπεροπτικά τη θρησκεία και τη χώρα μου!
-
πίστη
noun feminineМы никогда не теряли веры друг в друга.
Ποτέ δεν έχουμε χάσει την πίστη μεταξύ μας.
-
δόγμα
noun neuterПророк подошел к кафедре в сопровождении священника, исповедовавшего другую веру.
Ο Προφήτης πήγε ώς το βήμα, συνοδευόμενος από έναν ιερέα ενός άλλου δόγματος.
-
Less frequent translations
- πιστεύω
- θρήσκευμα
- εμπιστοσύνη
- φάρα
- Πίστη
- πεποίθηση
- δοξασία
- πίστωση
Phrases similar to "Вера" with translations into Greek
-
Αγία Σοφία
-
θρησκευτική πεποίθηση
-
Πιστά Ερωτευμένοι
-
αυτοπεποίθηση
-
Βέρα Πανόβα
-
καὶ ὁμολογουμένως μέγα ἐστὶν τò τη̃ς εὐσεβείας μυστήριον ὃς ἐφανερώθη ἐν σαρκί ἐδικαιώθη ἐν πνεύματι ὤφθη ἀγγέλοις ἐκηρύχθη ἐν ἔθνεσιν ἐπιστεύθη ἐν κόσμω̨ ἀνελήμφθη ἐν δ
-
Σύμβολο της Πίστεως
-
δίνω βάση
Add example
Add