Translation of "Гость" into Greek
επισκέπτης, φιλοξενούμενος, έμπορος are the top translations of "Гость" into Greek.
гость
noun
существительное мужского рода
grammar
-
επισκέπτης
noun masculineЯ держу пари, что этот гость часть этого.
Στοιχηματίζω ότι ο επισκέπτης αποτελεί μέρος του σχεδίου.
-
φιλοξενούμενος
noun masculineТак что, если мертвый парень украл его форму, он должен был быть или гостем или служащим.
Άρα, αν ο μακαρίτης βούτηξε τη στολή του ήταν είτε φιλοξενούμενος, είτε υπάλληλος.
-
έμπορος
nounИногда носили название «гостиные ряды» от слова «гость» — купец.
«гость» >>> В старину: купец, преимущественно иноземный.
-
Less frequent translations
- θαμώνας
- μουσαφίρης
- μουσαφιραίος
- προσκεκλημένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Гость" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "Гость" with translations into Greek
-
εκτός έδρας
-
πουθενά σαν στο σπίτι σου · σπίτι μου, σπιτάκι μου
-
επισκέπτομαι · πάω επίσκεψη · φιλοξενούμαι
-
οι συχνές επισκέψεις ή επικέπτες
-
ο απρόσκλητος επισκέπτης είναι χειρότερος κι από τον Τάταρο
-
λογαριασμός επισκέπτη
-
υψηλός καλεσμένος
-
σπάνιος επισκέπτης
Add example
Add