Translation of "Положить" into Greek
βάζω, θέτω, ακουμπώ are the top translations of "Положить" into Greek.
положить
verb
глагол совершенного вида
grammar
-
βάζω
verbНикак не могу вспомнить, куда я положил очки. = Δεν μπορώ με τίποτα να θυμηθώ πού έβαλα τα γυαλιά μου.
Она положила журнал на стол.
Αυτή βάζει το περιοδικό πάνω στο τραπέζι.
-
θέτω
verbВ противном случае было бы положить мой лагерь под угрозой срыва.
Av δεv τo πράξω, θέτω σε κίνδυvo τov καταυλισμό μoυ.
-
ακουμπώ
verbπ.χ. "он стоял у окна, положив руки на холодный подоконник, и смотрел во двор"
Он стоял у окна, положив руки на подоконник.
Στεκόταν στο παράθυρο με τα χέρια ακουμπισμένα στο περβάζι.
-
Less frequent translations
- αποφασίζω
- αφήνω
- καταθέτω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "Положить" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "Положить" with translations into Greek
-
βασίζεται
-
δικαιούμαι
-
έπρεπε · υποτίθεται πως έπρεπε
-
μελοποιώ
-
θα έπρεπε · πρέπει · υποτίθεται πως πρέπει
-
έχω βάλει στο μάτι · έχω σταμπάρει · βάζω στο μάτι · σταμπάρισα · σταμπάρω
-
στιχουργώ
-
βάλε μου ζάχαρη
Add example
Add