Translation of "Речь" into Greek

ομιλία, λόγος, γλώσσα are the top translations of "Речь" into Greek.

речь noun существительное женского рода feminine grammar

(публичное) выступление

+ Add

Russian-Greek dictionary

  • ομιλία

    noun feminine

    вокально-литературный жанр (публичное словесное выступление, имеющее форму монолога и обращённое ко многим слушателям) [..]

    Попугаи имитируют человеческую речь.

    Οι παπαγάλοι μιμούνται την ανθρώπινη ομιλία.

  • λόγος

    noun masculine

    Μια μορφή ή έκφραση προφορικής επικοινωνίας στην οποία ένας ομιλητής εκδηλώνει τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ενώπιον κοινού, συχνά για έναν δοσμένο σκοπό(Source: RHW)

    Что ж, могу вас обрадовать — я не буду сегодня произносить речь.

    Λοιπόν, θ'ανακουφιστείτε, ακούγοντας ότι δε θα βγάλω λόγο απόψε.

  • γλώσσα

    noun feminine

    Я попробую научить Джона элементарным манерам и лучшему пониманию речи.

    θα προσπαθήσω να διδάξω του Τζον κάποιους στοιχειώδεις τρόπους και να καταλαβαίνει καλύτερα τη γλώσσα.

  • Less frequent translations

    • αγόρευση
    • δηλώσεις
    • κουβέντα
    • ομiλία
    • ομηλία
    • Ομιλία
    • διατριβή
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "Речь" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Images with "Речь"

Phrases similar to "Речь" with translations into Greek

Add

Translations of "Речь" into Greek in sentences, translation memory