Translation of "адам" into Greek
αδάμ, Αδάμ, ο Άδάμ are the top translations of "адам" into Greek.
адам
noun
-
αδάμ
Hacтaнут нoвыe вpeмeнa, и вы бyдeтe кaк Адaм и Eвa.
Θα'ρθουν καινούριες εποχές και θα είστε σαν τον Αδάμ και την Έυα.
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "адам" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Translations with alternative spelling
Адам
proper
существительное мужского рода
grammar
-
Αδάμ
proper masculineHacтaнут нoвыe вpeмeнa, и вы бyдeтe кaк Адaм и Eвa.
Θα'ρθουν καινούριες εποχές και θα είστε σαν τον Αδάμ και την Έυα.
-
ο Άδάμ
-
ο Αδάμ
Адам и Ева и все их потомки могли бы жить вечно и наслаждаться жизнью.
Ο Αδάμ και η Εύα καθώς και όλοι οι απόγονοί τους είχαν την προοπτική αιώνιας, ευτυχισμένης ζωής.
Phrases similar to "адам" with translations into Greek
-
Έντι Φενέκ Ανταμί
-
Αντάμ Μιτσκιέβιτς
-
Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα
-
Άνταμ Σμιθ
-
Κόλαση
-
Κόλαση · άδης · αγύριστος · κολαστήριο · κόλαση · τάρταρα
-
προαύλιο της κολάσεως
-
Σαλαντίν
Add example
Add