Translation of "боевой" into Greek
μάχης, μαχητικός are the top translations of "боевой" into Greek.
боевой
adjective
прилагательное
grammar
-
μάχης
nounПо данным ряда западных стран, а также Киева, Иран поставляет России боевые беспилотники, которые та задействует для атак на Украину. Однако Москва и Тегеран подобное сотрудничество отрицают.
Σύμφωνα με ορισμένες δυτικές χώρες, αλλά και το Κίεβο, το Ιράν προμηθεύει τη Ρωσία με μη επανδρωμένα αεροσκάφη μάχης, τα οποία η τελευταία χρησιμοποιεί για να επιτεθεί στην Ουκρανία. Ωστόσο, η Μόσχα και η Τεχεράνη αρνούνται μια τέτοια συνεργασία.
-
μαχητικός
μαχητικός, πολεμικός
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "боевой" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "боевой" with translations into Greek
-
Τεθωρακισμένο Όχημα Μάχης
-
πολεμοφόδια · πυρομαχικά
-
Χημικά όπλα
-
Πολεμικές τέχνες · πολεμικές τέχνες
-
εμπόλεμη ζώνη
-
ηθικό · φρόνημα
-
πολεμική ιαχή · πολεμική κραυγή
-
πολεμικές τέχνες
Add example
Add