Translation of "бред" into Greek

εφιάλτης, ντελίριο, παραλήρημα are the top translations of "бред" into Greek.

бред noun существительное мужского рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • εφιάλτης

    noun

    εφιάλτης = για να χαρακτηρίσουμε κτ. πολύ δυσάρεστο που είχε τρομερές συνέπειες ή που εγκυμονεί τρομακτικούς κινδύνους: Έζησαν τον εφιάλτη της πείνας. Ο ~ πυρηνικού πολέμου. Zούμε σε έναν εφιάλτη / σαν σε εφιάλτη.

    — Но ведь это же бред, господа, бред! — восклицал исправник, — посмотрите на него: ночью, пьяный, с беспутной девкой и в крови отца своего… Бред! Бред!

    - Όμως αυτό είναι σωστός εφιάλτης, κύριοι, σωστός εφιάλτης! ξεφώνισε ο Διοικητής. Κοιτάξτε τον. Νυχτιάτικα, μεθυσμένος, με μια γυναίκα του δρόμου, βουτηγμένος στο αίμα του πατέρα του! Εφιάλτης . . . Εφιάλτης!

  • ντελίριο

    ντελίριο = το παραλήρημα

  • παραλήρημα

    noun neuter

    Το παραλήρημα [delirium] είναι σταθερή πεποίθηση που δεν επιδέχεται αλλαγή υπό το φως στοιχείων που την αντικρούουν. Ο ψυχίατρος και φιλόσοφος Καρλ Γιάσπερς ήταν ο πρώτος που όρισε τα τέσσερα βασικά κριτήρια για να θεωρείται μια πεποίθηση παραληρηματική στο βιβλίο του το 1913 General Psychopathology.

    Устойчивое воздействие может привести к бреду и видениям.

    Παρατεταμένη έκθεση μπορεί να επιφέρει παραλήρημα και παραισθήσεις.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "бред" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "бред" with translations into Greek

Add

Translations of "бред" into Greek in sentences, translation memory