Translation of "ввести" into Greek
εγγράφω, εγχέω, εισάγω are the top translations of "ввести" into Greek.
ввести
verb
глагол совершенного вида
grammar
-
εγγράφω
verb -
εγχέω
Verb(χορηγώ) για φάρμακο ή αντίδοτο που χορηγείται (εγχύεται) υποδόρια ή ενέσιμα ή με ορό
Χρησιμοποιώντας μία πολύ λεπτή βελόνα, εγχέω το ενέσιμο υλικό στο μεσόδερμα, ένα λεπτό στρώμα μυών κάτω από την επιδερμίδα, χωρίς να δημιουργείται πόνος ή ...
-
εισάγω
verbПосле этого хакер ввел через эту " заднюю дверь " вторую часть.
O χάκερ έτσι μπήκε παράvoμα για vα εισάγει και κάτι ακόμα.
-
Less frequent translations
- επιβάλλω
- καθιερώνω
- ορίζω
- χορηγώ
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "ввести" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "ввести" with translations into Greek
-
αφήνω εμβρόντητο · αφήνω κάγκελο · μένω κάγκελο
-
γκουγκλάρω · κάνω αναζήτηση
-
τίθεται σε ισχύ απαγόρευση
-
δουλεύω · ξεγελώ
-
πληκτρολογημένο κείμενο
Add example
Add