Translation of "вдали" into Greek
μακριά, μακρυά, στο βάθος are the top translations of "вдали" into Greek.
вдали
adverb
grammar
-
μακριά
adjective adverbна большом расстоянии
< вдаль - куда? > /// < вдали - где? > Он смотрел (куда?) вдаль. (где?) Вдали виднелся город.
-
μακρυά
μακρυά (παρωχημένο) άλλη γραφή του μακριά
-
στο βάθος
на большом расстоянии < вдаль - куда? > /// < вдали - где? > Он смотрел (куда?) вдаль. (где?) Вдали виднелся город.
Στο οδικό δίκτυο από την Αγία Πελαγία προς το Ηράκλειο η πόλη του Ηρακλείου μόλις που διακρινόταν στο βάθος, αφού είχε καλυφθεί από την πυκνή σκόνη!
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "вдали" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add