Translation of "вре́мя" into Greek
χρόνος, ώρα, καιρός are the top translations of "вре́мя" into Greek.
время
noun
существительное среднего рода
grammar
-
χρόνος
noun masculineδιάσταση στην οποία τα γεγονότα ταξινομούνται από το παρελθόν στο παρόν και μετά στο μέλλον [..]
Он тратит много времени на образование своих детей.
Αφιερώνει πολύ χρόνο από τη ζωή του στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών του.
-
ώρα
noun feminineмомент, точка на оси времени
Том всё время жалуется.
Ο Τομ γκρινιάζει όλη την ώρα.
-
καιρός
noun masculineэпоха, отрезок на оси времени
Придёт время, когда твоя мечта сбудется.
Θα έρθει ο καιρός που τα όνειρά σου θα πραγματοποιηθούν.
-
Less frequent translations
- εποχή
- προθεσμία
- Χρόνος
- περιθώριο
- τα περιθώρια
- τα χρονικά περιθώρια
- στιγμή
- διάστημα
- περίοδος
- φορά
- χρονικό διάστημα
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "вре́мя" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add