Translation of "выручка" into Greek

εισόδημα, Έσοδο, ακαθάριστα έσοδα are the top translations of "выручка" into Greek.

выручка noun существительное женского рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • εισόδημα

    noun neuter

    По крайней мере мы можем воспользоваться той выручкой, которую ты получил за предыдущие несколько месяцев и отложить их на черный день.

    Τουλάχιστον μπορούμε να πάρουμε το επιπλέον εισόδημα που έβγαλες τους τελευταίους μήνες και να το αποταμιεύσουμε για ώρα ανάγκης.

  • Έσοδο

    Вся выручка пойдёт на празднование дня основателей города!

    Όλα τα έσοδα θα πάνε στην ετήσια γιορτή των ιδρυτών.

  • ακαθάριστα έσοδα

    Ακαθάριστα έσοδα είναι τα συνολικά έσοδα που έχει πχ μία επιχείρηση, από τα οποία αν αφαιρεθούν τα χρήματα που θα ξοδέψει για τα έξοδά της, τότε προκύπτει το καθαρό κέρδος. Με λίγα λόγια, τα ακαθάριστα έσοδα είναι ο τζίρος που κάνει μια επιχείρηση: όλα τα έσοδα που έχει από την πώληση των προϊόντων ή υπηρεσιών της. Απλά να θυμάστε: ακαθάριστα έσοδα - έξοδα = καθαρά κέρδη και θα σας είναι ξεκάθαρη η έννοια αυτή.

  • Less frequent translations

    • εισπράξεις
    • τζίρος
    • απόδοση
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "выручка" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "выручка" with translations into Greek

Add

Translations of "выручка" into Greek in sentences, translation memory