Translation of "вянуть" into Greek
μαραίνομαι, σβήνομαι are the top translations of "вянуть" into Greek.
вянуть
verb
глагол несовершенного вида
grammar
-
μαραίνομαι
verbЦветы, которые вянут и отправляются в мусорку через неделю.
Που μαραίνονται και καταλήγουν στο σκουπιδοτενεκέ μια βδομάδα μετά.
-
σβήνομαι
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "вянуть" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "вянуть" with translations into Greek
-
άκεφα · βαριεστημένα · μαχμούρικα · με πλαδαρότητα · ξεψυχισμένα · πλαδαρά
-
βαρέθηκα να ακούω · πονέσανε τα αυτιά
-
άκεφα · βαριεστημένα · μαχμούρικα · με πλαδαρότητα · ξεψυχισμένα · πλαδαρά
-
άκεφα · βαριεστημένα · μαχμούρικα · με πλαδαρότητα · ξεψυχισμένα · πλαδαρά
-
άκεφα · βαριεστημένα · μαχμούρικα · με πλαδαρότητα · ξεψυχισμένα · πλαδαρά
Add example
Add