Translation of "даром" into Greek
δωρεάν, τσάμπα, εις μάτην are the top translations of "даром" into Greek.
даром
noun
adverb
grammar
-
δωρεάν
adverbОбычно мозг извлекают из недавних захоронений ил получают в качестве дара.
Συνήθως ένας φρέσκος εγκέφαλος σημαίνει ότι έγινε εκσκαφή σε ένα φρέσκο τάφο ή προήλθε από δωρεά οργάνων.
-
τσάμπα
adverbСказал - и две недели пьянствовал даром.
Και για ένα δεκαπενθήμερο πίνει τσάμπα.
-
εις μάτην
-
Less frequent translations
- επί ματαίω
- μάταια
- του κάκου
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "даром" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "даром" with translations into Greek
-
θείο δώρο
-
Ο Χάρι Πότερ και οι Κλήροι του Θανάτου
-
αν και · κι ας μην
-
Δωρεά του Κωνσταντίνου
-
πάει χαμένος
-
Δωρεά · δωρεά · δώρο · εισφορά · επιδεξιότητα · πεσκέσι · συνεισφορά · ταλέντο · χάρισμα
-
λόγος · ομιλία
-
Δωρεά · δωρεά · δώρο · εισφορά · επιδεξιότητα · πεσκέσι · συνεισφορά · ταλέντο · χάρισμα
Add example
Add