Translation of "детина" into Greek
θεριακωμένος, παίδαρος, παιδαράς are the top translations of "детина" into Greek.
детина
noun
существительное мужского рода
grammar
-
θεριακωμένος
θεριακωμένος 1. αυτός που είναι μεγαλόσωμος, γιγαντόσωμος: θεριακωμένο παλικάρι 2. αυτός που είναι πολύ δυνατός: παρ' όλο που είναι γέρος είναι θεριακωμένος.
-
παίδαρος
-
παιδαράς
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "детина" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add