Translation of "злить" into Greek
θυμώνω, θυμός, κουρντίζω are the top translations of "злить" into Greek.
-
θυμώνω
verbЯ никогда не злилась. Я всегда контролировала свою жизнь.
Δε συνηθίζω να θυμώνω, πάντα είχα τον έλεγχο της ζωής μου.
-
θυμός
noun masculineОт этого ты злишься, а злость делает тебя глупой. А нам не нужен глупый хирург.
Σε κάνει μόνο θυμωμένη, ο θυμός σε κάνει χαζή κι εμείς δε θέλουμε χαζή χειρουργό.
-
κουρντίζω
κουρδίζω και κουρντίζω >>> (μτφ.-προφ.) δημιουργώ ένταση, νευρικότητα ή εκνευρισμό σε κάποιον, συνήθ. θίγοντας ευαίσθητο σημείο του: Είμαι ήδη τσαντισμένος, μη με ~εις κι εσύ! Κάθε φορά που τον βλέπω ~ομαι. Πβ. ανάβω, εκνευρίζω, ερεθίζω, πειράζω
— Зачем? Капендюхин — редкий боец, а неудачи злят человека, мы понимаем!
— Για ποιο λόγο; Ο Καπεντιούχιν είναι σπάνιος μαχητής, και οι αποτυχίες κουρντίζουν τον άνθρωπο, το καταλαβαίνουμε!
-
εξοργίζω
verb
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "злить" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate