Translation of "идти́" into Greek
πηγαίνω, περπατώ, βαδίζω are the top translations of "идти́" into Greek.
идти
verb
глагол несовершенного вида
grammar
идти (о дожде, снеге) [..]
-
πηγαίνω
verbπηγαίνω [..]
Иногда мне приходится идти пешком.
Μερικές φορές μου τυχαίνει να πηγαίνω με τα πόδια.
-
περπατώ
verbНам нужно добавить кадры, где я иду на границе округа.
Πρέπει να προσθέσουμε φιλμ με'μένα να περπατώ το δρομάκι.
-
βαδίζω
verbдвигаться по поверхности, переступая ногами
Том сказал, что не может идти.
Ο Τομ είπε πως δεν μπορούσε να βαδίσει.
-
Less frequent translations
- πάω
- βρέχω
- φεύγω
- πάμε
- άντε
- ξεκινώ
- έρχομαι
- έχω
- ακολουθώ
- κάνω να πάω
- κυλάω
- οδηγώ
- πάω να
- πάω περπατώντας
- περπατάω
- προχωράω
- προχωρώ
- αναχωρώ
- γίνομαι
- διέρχομαι
- ταιριάζω
- λαμβάνω χώρα
- συμβιβασμός
- βολεύω
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "идти́" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Images with "идти́"
Add example
Add