Translation of "кислота" into Greek
οξύ, οξέα, ΛΣΔ-25 are the top translations of "кислота" into Greek.
кислота
noun
существительное женского рода
grammar
-
οξύ
noun neuterχημικών ουσιών που εμφανίζει ένα σύνολο κοινών ιδιοτήτων, γνωστών ως «όξινος χαρακτήρας» ή «όξινη αντίδραση».
Хотим посмотреть, что будет, если смешать серную кислоту с пальцами ног.
Θέλουμε να δούμε τί γίνεται αν ανακατέψεις θειϊκό οξύ με δάχτυλα.
-
οξέα
nounЧтобы магия кислоты проявилась нужно как минимум пару дней.
Τα οξέα που βάζουμε για ανάκτηση σειριακών θέλουν μέρες για να αποδώσουν.
-
ΛΣΔ-25
noun neuter -
διαιθυλαμίδιο του λυσεργικού οξέος
noun neuter
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "кислота" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "кислота" with translations into Greek
-
Ανθρακικό οξύ
-
Ριβοσωμικό RNA
-
ζολεδρονικό οξύ
-
Τερεφθαλικό οξύ
-
Οργανικό οξύ
Add example
Add