Translation of "конный" into Greek
άλογο, έφιππος, ιππήλατος are the top translations of "конный" into Greek.
конный
adjective
существительное мужского рода
прилагательное
grammar
-
άλογο
noun neuterТа девчонка обещала, что сердце Генри будет биться чаще во время конной прогулки.
Αυτή η κοπέλα υποσχέθηκε να πάρει την καρδιά του Χένρι καβάλα σε ένα άλογο.
-
έφιππος
έφιππος = που είναι πάνω σε άλογο, που ιππεύει
Конная статуя Марка Аврелия
Έφιππος Ανδριάντας του Μάρκου Αυρήλιου
-
ιππήλατος
adjective masculine
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "конный" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "конный" with translations into Greek
-
ιππασία · ιππικό αγώνισμα
-
έφιπποι αστυνομικοί
-
έφιππη αστυνομία · έφιπποι αστυνομικοί
-
Ιππασία
-
Έφιππος ανδριάντας
-
ιπποτροφείο · ιπποφορβείο · στάβλος
Add example
Add