Translation of "консул" into Greek

πρόξενος, ύπατος are the top translations of "консул" into Greek.

консул noun существительное мужского рода grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • πρόξενος

    noun masculine

    должностное лицо, которому поручено государством выполнение консульских функций.

    Генеральный консул распорядился установить шедевр так, чтобы он мог наслаждаться им, не выходя из кабинета

    Ο γενικός πρόξενος ζήτησε να τοποθετηθεί σε εμφανή θέα από το γραφείο του

  • ύπατος

    Ο ύπατος (λατινικά: consul) ήταν αξίωμα της Αρχαίας Ρώμης. // Η Υπατεία (Γαλλικά: Le Consulat) είναι το γαλλικό πολιτικό καθεστώς που προέκυψε μετά το πραξικόπημα της 18ης Μπρυμαίρ του έτους Η' (9 Νοεμβρίου 1799), το οποίο ανέτρεψε το καθεστώς του Διευθυντηρίου (1795-1799). Το σύνταγμα του έτους Η' καθιέρωσε ένα αυταρχικό πολιτικό καθεστώς υπό την ηγεσία τριών Υπάτων και στην πραγματικότητα υπό τον μοναδικό Πρώτο Ύπατο, τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, ο οποίος από το 1802 έγινε Ισόβιος Ύπατος.

  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "консул" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Add

Translations of "консул" into Greek in sentences, translation memory