Translation of "кретин" into Greek
κρετίνος, ηλίθιος, μαλάκας are the top translations of "кретин" into Greek.
кретин
noun
существительное мужского рода
grammar
-
κρετίνος
noun masculineКретин, он, наверное, знает, что она была беременна.
Ο κρετίνος μάλλον ήξερε ότι ήταν έγκυος.
-
ηλίθιος
noun masculineТы дал мне такого кретина, который и не знает, что я говорю о нем.
Με έβαλες μ'αυτό τον τύπο που είναι τόσο ηλίθιος που δεν έχει ιδέα οτι μιλάω γι'αυτόν τώρα.
-
μαλάκας
noun masculineЕсли ты крыса, то я самый большой кретин с истории Мафии.
Av είσαι σπιούvος, τότε είμαι ο μεγαλύτερος μαλάκας στην ιστορία της μαφίας.
-
Less frequent translations
- βλάκας
- καθυστερημένος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "кретин" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Add example
Add