Translation of "кривой" into Greek
μονόφθαλμος, στραβός, κυρτός are the top translations of "кривой" into Greek.
-
μονόφθαλμος
перен. слепой на один глаз, одноглазый
-
στραβός
adjective masculineОни не хотят быть вовлеченными, если дела идут очень, очень криво.
Δεν ανακατεύονται εκτός και αν τα πράγματα πάνε τελείως στραβά.
-
κυρτός
adjectiveкривой επ. , βρ: крив, крива, криво. 1. κυρτός, καμπύλος, λυγισμένος, γυριστός• -я сабля κυρτό σπαθί. || στραβός, στρεβλός• человек с -ыми ногами άνθρωπος στραβοπόδαρος. || λοξός, πλάγιος• -я линия λοξή γραμμή. 2. ουσ. θ. -ая λοζή γραμμή. 3. βλ. кривоглазый. 4. παλ. άδικος, ψεύτικος, μη σωστός. εκφρ. -ая улыбка – ψευτοχαμόγελο –ое зеркало καθρέφτης που παραμορφώνει• улыбаться (усмехаться) -о – πικροχαμογελώ• χαμογελώ ειρωνικά• -я вывезет (вынесет) – μπορεί να το πάει ο διάβολος και γίνει• куда -я не (ни) вывезет (вынесет) – όπου το βγάλει η άκρη, ας γίνει ό,τι θέλει• на -ой не объедешь его – δεν τον ξεγελάς με τίποτε.
-
Less frequent translations
- μονόμματος
- ανέντιμος
-
Show algorithmically generated translations
Automatic translations of "кривой" into Greek
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Phrases similar to "кривой" with translations into Greek
-
τετραγωνική καμπύλη Bezier
-
Καμπύλη φωτός
-
καμπύλη αναπαραγωγής τόνου
-
καμπύλη Bezier
-
καμπύλη ελεύθερης σχεδίασης
-
κυβική καμπύλη Bezier
-
έλικας
-
ελιγμός · καμπύλη