Translation of "ловкий" into Greek

δυσνόητος, ευκίνητος, άξιος are the top translations of "ловкий" into Greek.

ловкий adjective прилагательное grammar
+ Add

Russian-Greek dictionary

  • δυσνόητος

    adjective masculine
  • ευκίνητος

    adjective

    Но при этом он настолько ловок, что легко спасается от охотящихся лесных хищников.

    Αλλά είναι τόσο ευκίνητος μπορεί να ξεφύγει από τα τέρατα της βλάστησης που τον κυνηγάνε.

  • άξιος

    Adjective

    Приказчик соседа уже не в первый раз служил у него; он считался ловким торговцем, но страдал запоем; на время запоя хозяин прогонял его, а потом опять брал к себе этого худосочного и слабосильного человека с хитрыми глазами.

    Ο επιστάτης του γείτονα δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόταν στη δούλεψή του. Ήταν άξιος έμπορος, αλλά έπασχε από αλκοολίκι. Όταν τα κοπανούσε, το αφεντικό τον έδιωχνε, έπειτα πάλι τον έπαιρνε, τούτο τον ξερακιανό και αδύνατο άνθρωπο, με τα πονηρά μάτια.

  • Less frequent translations

    • καπάτσος
    • πονηρός
    • σβέλτος
  • Show algorithmically generated translations

Automatic translations of "ловкий" into Greek

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Phrases similar to "ловкий" with translations into Greek

  • καλοραμμένος
  • αλεπού · πανούργος · πονηρός
  • επιδέξια · επιτήδεια · μαεστρικά · μαστόρικα · με επιδεξιότητα · με μαεστρία
  • επιδέξια · επιτήδεια · μαεστρικά · μαστόρικα · με επιδεξιότητα · με μαεστρία
Add

Translations of "ловкий" into Greek in sentences, translation memory